30 May, 2007

Φτερά πληρότητας

Μέσα σε δάσος δύσβατο και πυκνές φυλλωσιές, ένα ποτάμι δρόσιζε ό,τι άγγιζε στο διάβα του. Όλα είχαν φωνή εκτός από αυτήν, μόνο η δική της καρδιά ένιωθε την τρικυμία, μόνο η δική της καρδιά, δεν έβρισκε καταφύγιο.

Σκεφτόταν τον άγγελό της, ένα παζλ που δεν κατάφερε ποτέ να λύσει και να φυλάξει στην καρδιά της. Ένα κομμάτι μισό, μια σταγόνα διψασμένη. Πριν λίγο καιρό τον κοίταξε στα μάτια. Τα μάτια της μέθυσαν από το άπλετο φως της φιγούρας του. Το μόνο που ήθελε ήταν μια γωνιά να τον κοιτάει απερίσπαστη. Χωρίς λόγια, επικίνδυνα μαγευτικά, χωρίς σκέψεις, γλυκά απόμακρες.

Ο άγγελος της έδινε ακόμα μια ευκαιρία, αν και δεν ήξερε αν της άξιζε. Και όμως το ρίσκαρε. Μια τελευταία ευκαιρία, πριν πέσει η αυλαία. Μια ευκαιρία να φιλιώσουν δύο άτομα που είχαν βρεθεί στη μέση του πουθενά, και όμως είχαν κηρύξει τον πόλεμο. Μια απόπειρα ανακωχής. Μια απόπειρα γαλήνης, εξιλέωσης, λύτρωσης.

Η καρδιά της διψούσε για το νερό που ο άγγελος της έδινε απλόχερα. Όταν όμως διψάς για πολύ καιρό, συνηθίζεις. Φοβάσαι το αίσθημα της πληρότητας. Σου είναι άγνωστο. Η ανασφάλεια σε κατατρώει, σε πνίγει. Οι αγνές του προθέσεις δεν στάθηκαν ικανές για εκείνη να οικειοποιηθεί την πράξη αυτή. Δεν της ζήτησε τίποτα, και όμως πάλι φοβήθηκε. Του ζήτησε τον κόσμο. Αυτός αρνήθηκε, δείχνοντας τον ουρανό. Η ψυχή δεν πρέπει να ζητά. Πρέπει πρώτα να δώσει. Αυτή όμως δεν είχε τίποτα να δώσει. Έκλεισε όλα αυτά που μπορούσε να δώσει σ’ ένα μπαούλο και πέταξε το κλειδί στο ποτάμι της μοναξιάς.

Ο άγγελος κουράστηκε, δεν είχε δυνάμεις να προσπαθήσει άλλο. Είχε άλλωστε προσπαθήσει τόσες φορές στο παρελθόν. Αναρωτιόταν τι έκανε στο δάσος εκεί. Έπρεπε να φύγει. Τα φτερά του είχαν αρχίσει να σκουριάζουν κοντά της. Έπρεπε να πετάξει, να αναπνεύσει. Αυτή όταν είδε την όψη του κατάλαβε την απόφασή του. Η ψυχή της σκίστηκε στα δυο. «Είσαι ο άγγελός μου, δεν μπορείς να φύγεις». Η όψη της σκοτείνιασε. Το βλέμμα της πάγωσε. Του είπε ψέματα. «Μετάνιωσα που σε γνώρισα», του είπε. «Μακριά σου είμαι καλύτερα». Λόγια μαχαιριές, λόγια φτηνά, όχι αληθινά, που χάραξαν την ψυχή της. Πόνεσε που τα είπε, ήταν όμως τα μόνα που ήξερε, τα μόνα που έβγαιναν από τα χείλη της. Και ας ήθελε να του φωνάξει «μείνε κοντά μου». Κι ας ήθελε να πιάσει το χέρι του και να το φιλήσει ως δείγμα ευγνωμοσύνης που τον γνώρισε.

Τον έβλεπε να φεύγει, ατάραχη, χωρίς ψυχή. Την ψυχή της την είχαν κλέψει. Νύχτωνε, και ξημέρωνε. Η απουσία του δυσβάσταχτη. Η παρουσία της ματωμένη. Περπατούσε σε δρόμους μοναχικούς, αφήνοντας σημάδια. Με την ελπίδα να τα δει αυτός από ψηλά. Οι μέρες περνούσαν και τα πάντα έμεναν στάσιμα. Δεν υπήρχε πια. Είχε πετάξει πολύ μακριά. Δεν άκουγε πια τα φτερά του. «Με απαρνήθηκε τόσο εύκολα», σκεφτόταν με δάκρυα στα μάτια. «Με ξέχασε». Δεν ήταν εσένα που ξέχασε καλή μου, την ψυχή σου βαρέθηκε και την άσβεστη μελαγχολία που έκαιγε μέσα σου. Η μοναξιά την κοιτούσε πάλι κατάματα, την καλούσε.

Μια μέρα ξεχασμένη, άκουσε κάποιον να πίνει νερό από την πηγή της. Αυτός είναι σκέφτηκε. Σήκωσε το βλέμμα, με ανείπωτη προσδοκία Δεν ήταν αυτός. Δεν ήταν ο άγγελός της. Δεν ήταν άνθρωπος. Η παρουσία του αλλιώτικη. Η αύρα του μοναδική. Ο άγνωστος νέος διάβασε την πίκρα στα μάτια της που τόσο έντονα διαγραφόταν. Αποφάσισε να της κάνει παρέα. Να τη συντροφεύσει για λίγο. Να της δείξει το δρόμο, να ξεφύγει. Το δάσος σκοτείνιαζε επικίνδυνα και έπρεπε να βιαστεί. Πριν τη φυλακίσει για πάντα. Το καντήλι της ερημιάς, τρεμόπαιζε επικίνδυνα.

«Θα σε οδηγήσω εγώ», της είπε με λόγια που πλημμύριζαν από βεβαιότητα. «Έχω διαβεί το μονοπάτι της κόλασης. Ξέρω κάθε δρόμο διαφυγής. Μαζί μου θα είσαι ασφαλής. Θα σου δώσω πνοή από την πνοή μου». Τον κοίταξε στα μάτια, ήθελε τόσο πολύ να τον πιστέψει. Είχε ανάγκη από άγγιγμα. Ανάγκη από στοργή. Ο οδηγός βάδιζε μαζί της μέρες ολάκερες. Μοιραζόταν μαζί της σκέψεις, ελπίδες, στοχασμούς. Όσο πλησίαζαν στο τέλος της διαδρομής, η μοναξιά της άρχισε να τσούζει. Οι πληγές ήταν φρέσκιες. Την πονούσαν ακόμη. Η μπερδεμένη υπόστασή της άρχισε να κουλουριάζεται. Είχε συνηθίσει να πορεύεται μόνη. Δυσκολευόταν να αφεθεί.

Μια μέρα ο οδηγός της ζήτησε αντάλλαγμα για την παρέα του. Της ζήτησε το κλειδί της καρδιάς της. Αυτή έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. «Το κλειδί; Αυτό δεν το έδωσα καν στον άγγελό μου. Τον άφησα να φύγει. Πλήρωσα το τίμημα. Και τώρα πρέπει να δώσω το κλειδί μου;». Δεν ήθελε ωστόσο να μείνει ξανά μόνη. Ο οδηγός ήταν έτοιμος να την πάρει μαζί του, να της δώσει ξανά ελπίδα. Έπρεπε να βγει από το δάσος που τόσα χρόνια έτρεφε την ψυχή της. Το δάσος ήταν επικίνδυνο για τον οδηγό. Το δάσος ήταν επικίνδυνο και για τον άγγελό της. Το δάσος ήταν καταραμένο.

Ο οδηγός κατάλαβε το δισταγμό της. Θύμωσε, της μίλησε σκληρά. «Ήμουν έτοιμος να σε προστατέψω, να γίνω συνοδοιπόρος σου, να σε κρατήσω κοντά μου. Όμως εσύ δεν έχεις αισθήματα. Δεν γνωρίζεις τι πάει να πει αγάπη. Αυτό το δάσος σε καταστρέφει, απομυζά την ψυχή σου. Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ. Ή θα έρθεις μαζί μου ή θα φύγω μόνος. Και πίστεψέ με, είμαι ίσως ο τελευταίος που πέρασε το κατώφλι αυτού του δάσους. Ίσως είμαι ο τελευταίος που πραγματικά ήθελε να σε πάρει μαζί του. Διάλεξε. Ή θα με εμπιστευτείς και θα έρθεις μαζί μου, δίνοντας μου το κλειδί της καρδιάς σου, ή θα μείνεις εδώ μόνη σου».

Αυτή κοίταξε τον ουρανό, ελπίζοντας να δει τον άγγελό της. Ευχόταν μέσα από την ψυχή της να ακούσει τα φτερά του να φτάνουν κοντά της. Και όμως σκοτάδι. Τα πράσινα φύλλα είχαν αρχίσει να αλλάζουν χρώμα. Το τοπίο μεταμορφωνόταν. Άλλαζε σκηνικό. Πήγε να δει το σοφό ξωτικό. Οι συμβουλές του ήταν πάντα πολύτιμες. Έκλαψε μπροστά του, έκλαψε για ώρες. Οι πληγές στα χέρια της ήταν δυσβάσταχτες. Το σοφό ξωτικό της είπε να ξεχάσει τον άγγελό της. Της εξήγησε με λόγια συμπόνιας πως όσο και να περίμενε ο άγγελος είχε χαθεί, σε δρόμους που αυτή δεν μπορούσε να ακολουθήσει. «Ο οδηγός θα ξεδιψάσει τη δίψα σου. Θα δώσει χρώματα στον ουρανό. Θα ξεριζώσει κάθε φόβο, κάθε ανασφάλεια. Θα αγναντέψεις ξανά τον ορίζοντα. Πρέπει να τον ακολουθήσεις. Η μεγάλη καταιγίδα πλησιάζει. Δεν θα μπορέσεις να επιβιώσεις μόνη. Πρέπει να βιαστείς».

Η ψυχή της κόντευε να σπάσει από την αγωνία. Δεν ήξερε τι να επιλέξει. Ήταν η κυρία του δάσους. Με μόνη συντροφιά τη μοναξιά της. Μια μοναξιά που ήταν πάντα δίπλα της και την κοίταζε κατάματα κάθε στιγμή. Ήταν κομμάτι του εαυτού της. Και τώρα της ζητούσαν να εγκαταλείψει το δάσος, αφήνοντας πίσω καθετί που είχε ριζώσει σχεδόν στοργικά γύρω της. Μέσα στο δάσος αυτό βρήκε τον άγγελό της. Αν έφευγε δεν θα την έβρισκε ποτέ ξανά. Αν όμως ο άγγελός της είχε βρει νέα γη να κατοικήσει; Αν δεν επέστρεφε να την πάρει μαζί του, ίσως τότε να έμενε για πάντα μόνη. Ο οδηγός της έδινε όλα όσα είχε ποτέ επιθυμήσει. Ανακούφιζε την ψυχή της. Φιλούσε τις πληγές της. Ο φόβος της μοναξιάς και της συντροφικότητας έδιναν μια θανάσιμη μάχη μέσα της. Οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Δεν θα άντεχε για πολύ ακόμη. Ο αγέρας δυνάμωνε. Ο ήλιος δεν φώτιζε τον ουρανό. Τα δέντρα έκρυβαν τα αστέρια.

Έτρεξε στον οδηγό, του ζήτησε να την πάρει μαζί του. Είχε ανάγκη από κάποιον στο πλάι της. Ο οδηγός την αγκάλιασε σφικτά. Της είπε πως μαζί του δεν χρειάζεται να φοβάται τίποτα. Της ορκίστηκε παντοτινή αγάπη, φροντίδα και σεβασμό.

Άρχισαν να πλησιάζουν τα όρια του δάσους. Σε λίγο θα περνούσαν απέναντι. Αυτή δεν ησύχαζε. Το πνεύμα και το σώμα της άρχισαν να διστάζουν. Σε λίγο θα βάδιζε σε άγνωστα μονοπάτια. Ρίγος κυριαρχούσε την καρδιά της. Φόβος, ανασφάλεια. Το δάσος ήταν δικό της, ήξερε κάθε πιθαμή, κάθε κίνδυνό του. Είχε χαράξει κάθε ελπίδα, κάθε συλλογισμό της στους κορμούς των δέντρων. Ήταν το δάσος της.

Ο οδηγός βάδιζε πιο μπροστά. Αυτή ακολουθούσε. Ήξερε πως κοντά του θα μάθει πολλά. Ήξερε πως θα ήταν φάρος σε θάλασσα φουρτουνιασμένη. Θα έβλεπε πάντα το φως του για να αγκυροβολήσει σε ασφαλές λιμάνι. Της το είχε αποδείξει σε όλη τη διαδρομή. Μπορούσε να βασιστεί πάνω του. Της άπλωσε το χέρι. Το κοίταξε αλαφιασμένη. Είχε φτάσει η ώρα να ενωθεί μαζί του.

Τα μάτια της δάκρυσαν. Το δάκρυ καυτό έκαιγε τα μαγουλά της. «Είμαι καταραμένη», του είπε. Άρχισε να βαδίζει προς τα πίσω. «Δεν μπορώ να σε ακολουθήσω». Τα λόγια της βούιζαν σαν προδοσία στα αφτιά του. «Το τίμημα που θα πληρώσεις το σκέφτηκες», τη ρώτησε με ύφος λυπημένο. «Ό,τι με τρέφει με καταστρέφει», του απάντησε δειλά. «Λυπάμαι, προσπάθησα…».Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια.

Άρχισε να τρέχει πίσω στο δάσος της. Η αναπνοή της σχεδόν δεν ακουγόταν. Έτρεχε πίσω, σε μια απέραντη μοναξιά που περίμενε να την υποδεχτεί με τις αγκάλες ανοιχτές, έτοιμη να την κλείσει μέσα για πάντα. Έτρεχε στα ζώα του δάσους, στις πράσινες φυλλωσιές, στους γέρικους κορμούς, στο θλιμμένο φεγγάρι, στο μοναχικό ήλιο, στο παγωμένο ποτάμι. Ήταν κομμάτι του εαυτού της. Έτρεχε αδιάκοπα, οι θάμνοι έγδερναν τα πόδια της. Το κορμί της πονούσε, η ανάσα της έκαιγε βουβά.

Και ξαφνικά ο πόνος άρχισε να υποχωρεί. Προχωρούσε χωρίς να κουράζεται. Κάτι της χάιδευε την πλάτη. Έστρεψε πίσω τη ματιά της να δει τι συμβαίνει. Ο χρόνος σταμάτησε. Η ψυχή της έλαμψε, το βλέμμα της ηρέμησε. Είδε τα φτερά της. Υπέροχα, μοναδικά σμιλευμένα με περίσσια τέχνη φτερά. Φτερά που έμοιαζαν δροσοσταλίδες ντυμένα με ηλιαχτίδες. Φτερά που πάντα θα της θυμίζουν το δικό της άγγελο. Το μοναδικό πλάσμα που θα έχει ένα δικό του μέρος να πλαγιάσει μέσα της.

Χάθηκε μέσα στο πυκνό δάσος. Ποτέ ξανά δεν άκουσε κανείς για αυτήν. Πότε κανείς δεν νοιάστηκε να μάθει. Ίσως καθόταν πλάι στο ποτάμι. Ίσως αγνάντευε τον ουρανό. Ίσως ακόμη περίμενε… τον άγγελό της.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ:
nobody shall see the truth, but everyone shall feel it...

29 May, 2007

17 May, 2007

Κουφά και ευτράπελα!

Πρώτο κουφό, στραβό και ανάποδο:

Ο Κύπριος οδηγός δεν ξέρει πού πάνε τα τέσσερα του! Εκτός από την υπέρμετρη αυτοπεποίθηση του ότι μόνο αυτός και ο Σούμαχερ έχουν τέτοιες αυτοκινητιστικές (Όπας λέξη!) ικανότητες - δυνατήτητες, δεν συνειδητοποιεί ότι οδηγά σε δημόσιους δρόμους και όχι στη χωράφα του παππού του! Ε μα πια! Όταν οδηγώ, σχεδόν μόνο να βρίζω θέλω! Άσε που μισώ το οδήγημα! Άμα ποτέ πλουσιέψω (έπαιξα τζοκερ, άρα είμαι δυνάμει εκατομμυριούχα) θα προσλάβω προσωπικό σοφέρ, μόνο για την πάρτη μου! Α, ρε γλέντια που θα κάνουμε!

Δεύτερο καθόλου κουφό και ανάποδο, αλλά πολυπόθητο:


Μετά από καθημερινό ψώνισμα σε γνωστό σούπερ μάρκετ (σχεδόν να κηρύξουμε πτώχευση! Αλλά χαλάλι), κατάφερε η αγαπητή μου φιλενάδα, να πάρει την εξής «επιθυμητή» ατάκα από το αγόρι στο διπλανό ταμείο: «Γεια! Είσαι καλά;». Επιτέλους! Ελπίζω να προχωρήσει η φάση και τελικά να βγούνε τα παιδιά! Μπας και δούμε φως στην άκρη του τούνελ!

Τρίτο και θανατηφόρο:

Προχτές, εκεί που περπάταγα, ανέμελη μες την τρελή χαρά, βλέπω την πιο πρωτότυπη πρακτική εφαρμογή που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς για χρήση τέλλας! Ο λόγος περί αυτοκινήτου, πιθανόν με προβλήματα συναρμολόγησης!, όπου ο ιδιοκτήτης αφήνοντας τη φαντασία του να οργιάσει, κόλλησε τον προφυλακτήρα με τέλλα, ώστε να μην ξοδέψει έξτρα λεφτά στον συγκολλητή! Συνεπώς, έχουμε ένα αυτοκίνητο τελλοποιημένο, αλλά συναρμολογημένο! Εύγε, κύριε ιδιοκτήτη για την πρακτικότητα του μυαλού σου!

Τέταρτο και κερδοφόρο:

Όπως γνωρίζετε με ενδιαφέρει εμμέσως πλην σαφώς η ισότητα των γυναικών, έτσι πού και πού μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής μου προσφοράς, λαμβάνω μέρος σε σεμινάρια σχετικά με το θέμα (βλ. ΠΙΚ). Πριν λίγες μέρες, έλαβα email από το Πρατήριο Ισότητας όπου με πληροφορούσαν για ένα επικείμενο σεμινάριο «Εταιρικότητες νέου τύπου για τη διευκόλυνση της απασχόλησης των γυναικών - Δικτύωση κοινωνικών, εργοδοτικών, συνδικαλιστικών, γυναικείων κλπ. Φορέων»! Το ωραίο της υπόθεσης είναι η εξής αναφορά (αυτολεξεί!): «Όλοι/όλες οι συμμετέχοντες/ουσες θα λάβουν το ποσό των 3.50ΛΚ ανα ώρα. (δεν ισχύει για τα άτομα που προέρχονται από το δημόσιο τομέα)». Γαμάτο ε; Μαθαίνεις, αμειβόμενος! Όλε! Ίσως είναι επειδή σχετίζεται με την ανεργία; Καθόλου παράξενο! Παλιά ξινά κρασιά, ένα πράμα!!

Πέμπτο και άσχετο:Αλήθεια πότε θα γίνει 2,30! Βαρέθηκα! Θέλω να σχολάσω! Εδώ ταιριάζει το πολύ γνωστό και αγαπητό σε όλους τραγούδι «Τα στρουμφάκια», που κολλάει πάντα και παντού, σαν το γαλάζιο τ’ ουρανού!

«Δευτέρα κάτι έχω, την Τρίτη δεν αντέχω, Τετάρτη πως βαριέμαι, την Πέμπτη δεν κρατιέμαι, Παρασκευή πρωί νανανανανανα! Απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή μ’ αρέσει!» - ermm εγώ προτιμώ το Σάββατο για να είμαι ειλικρινής! Hmm… pff…

Τα φιλιά μου

15 May, 2007

Πνοή απ’ την πνοή σου...

Όλοι ελπίζουμε πως κάποτε θα γνωρίσουμε το έτερον μας ήμισυ… Ένα άτομο τόσο μοναδικό που μαζί του δεν θα φοβόμαστε τίποτα και η ζωή μαζί του θα είναι πιο ευχάριστη απλά και μόνο επειδή αυτό το άτομο υπάρχει… Όταν για τον ένα ή τον άλλο λόγο ξαφνικά πιστέψεις πως βρήκες αυτό το άτομο, κάνεις τα πάντα για να το αποκτήσεις έστω και με λάθος τρόπους! Βέβαια, μέχρι να το συνειδητοποιήσεις αυτό έχεις ήδη χάσει το παιχνίδι! Το πρόβλημα που προκύπτει εδώ είναι ότι τις πλείστες φορές το άτομο αυτό δεν συμμερίζεται το όνειρό σου! Και μένεις μόνη να στέκεσαι στη βροχή ακούγοντας τα τελευταία του λόγια! ‘Αντίθετα θα χαρώ, τώρα fuck off‘… Λόγια σκληρά, προκλητικά, σαν μαχαιριές! Κι όμως είναι τα δικά του λόγια! Η δική του επιθυμία, που σε σπρώχνει μακριά! Κι εσύ να προσπαθείς να μαζέψεις τα κομμάτια σου και να προχωρήσεις, χωρίς το όνειρό σου! Κι όταν οι υπόλοιποι πιθανοί γκόμενοι πάρουν μυρωδιά, τη σαγηνευτική μοναξιά σου, αρχίζουν να πολιορκούν το θύμα ακόμα πιο ασφυκτικά. Κι εσύ πανικόβλητη τρέχεις ξανά πίσω στην πηγή σου, ζητώντας να σου δώσει λύτρωση! Για ακόμα μία φορά η πηγή σε απαρνιέται, και σε αφήνει χωρίς νερό, διψασμένη! Και τότε παίρνεις τη μεγάλη απόφαση, να αρχίσεις να ονειρεύεσαι ξανά χωρίς εκείνον, μακριά από εκείνον… Και παλεύεις, και τον μισάς, και τον σκέφτεσαι, και τον μισάς, και προσπαθείς να βρεις μια άκρη… αναρωτιέσαι γιατί σε άφησε μόνη όταν τον είχες τόση ανάγκη… γιατί σε απαρνήθηκε… γιατί, γιατί, τόσα γιατί… μέχρι που δεν έχεις πια πνοή, και θες να μείνεις μόνη… έχεις κουραστεί, και αναζητάς κάποιον άλλο να σου δώσει την πνοή που αυτός σου έκλεψε με τόση ευκολία…. Και ενδίδεις… και περιμένεις να δεις το τέλος…

11 May, 2007

Μικρό σημείωμα!

Καλά ο καιρός τρελάθηκε! Δεν εξηγείται διαφορετικά! Μα τέτοια αλλαγή πια; Το γαμήσαμε το περιβάλλον, κυρίες και κύριοι, και τώρα πληρώνουμε το τίμημα! Και καλά να πάθουμε για να μάθουμε να μην τα βάζουμε με τη μάνα φύση! Διότι η εκδίκηση της είναι αχόρταγη και καταλυτική! Πάντως, εγώ σήμερα που πήγαινα δουλειά, μια ψιλοτρομάρα τη βίωσα! Αφού δεν έβλεπα μπροστά μου, από τη βροχή που έπεφτε! Όπως και να έχει, ας ελπίσουμε σε πιο σταθερές καιρικές συνθήκες! Για να ξέρουμε τι θα φοράμε κιόλας το πρωί στη δουλειά!

Παρατήρηση no.2! Ο ευρωπαϊκός πληθυσμός δεν ξέρει την τύφλα του και αναρωτιέμαι αν γνωρίζει κανείς τι πάει να πει η λέξη καλαισθησία! Από κιτσαρία βέβαια σκίζουν! Από αισθητικές αξίες έχουν μαύρα μεσάνυχτα! E, βέβαια, ότι χρωματιστό, φουντωτό, κινείται και βγάζει κραυγές περνάει στον τελικό! Μα να μην περάσει η Ευρυδίκη; Και να περάσει ο γύφτος ο Τουρκαλάς με το κόκκινο κουστούμι! Μην τρελαθούμε κιόλας! ΕΛΕΟΣΣΣΣΣΣ!
Από τις λίγες αξιοπρεπείς εμφανίσεις που είδα χτες βράδυ ήταν η δικιά μας! Πάλι καλά που πέρασε η Βουλγαρία, διότι ήμουν έτοιμη να κόψω φλέβες! Αφού μου κόπηκε η όρεξη και για pizza! Margarita pizza! Δεν πειράζει την έφαγαν οι φαταούλες! Ανδρικός πληθυσμός βλέπετε! Τρώνε ό,τι φαγώσιμο πιάνει η οπτική τους ακτίνα, έστω και αν δεν τους αρέσει! Άκου κοτζάμ άντρας να τρώει pizza margarita! Δεν το θέλει ούτε ο Θεός! Πάει χάλασε ο κόσμος!

P.s. προδιαγραφές γαμησέ τα!

Ε, ΜΑ ΠΙΑ ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΔΩ ΠΕΡΑ!!!!

09 May, 2007

Καιρός για επίλογο...

Κάθε λίγο και λιγάκι να γεμίζω το τασάκι με τσιγάρα και με πόνο κι όλα αυτά για σένα μόνο.
Μα ήρθε η μέρα που είπα φτάνει το 'χεις πλέον παρακάνει…
Και πάνω εκεί που είχα ορκιστεί να σε μισώ που την καρδούλα μου έτσι πλήγωσες, βρήκες τον τρόπο μ' ένα κόλπο κι εύκολα μες στη ζωούλα μου πάλι τρύπωσες….
Αχ καρδούλα μου γιατί με τυραννάς, βρε ψυχούλα μου αφού δεν μ' αγαπάς, αχ καρδούλα μου μη με ταλαιπωρείς, βρε ψυχούλα μου βρες άλλη να χαρείς
Λίγο το ’να λίγο τ' άλλο είχα πρόβλημα μεγάλο δεν μπορούσα να το κρύψω…
Φτάνει πια δεν μπορώ, μακριά από εδώ, τράβα αλλού μη μου πεις πού θα πας, πού θα ζεις…

Κάποτε ακούγοντας τραγούδια σαν κι αυτό γελούσα και τα θεωρούσα το λιγότερο ηλίθια… Σήμερα με εκφράζουν… Το Μαράκι με ρώτησε πότε θα γράψω κάτι καινούργιο να διαβάσει, για να της φτιάξει τη διάθεση και να γελάσει… Μωρό μου, δεν έχω όρεξη για κάτι αστείο… Μόνο και μόνο η δική μου συμπεριφορά είναι για γέλια… Για άλλη μια φορά έφαγα τα μούτρα μου για το ίδιο άτομο και για άλλη μια φορά είμαι η μόνη που πειράχτηκε από αυτήν την ιστορία… Βέβαια, αυτό είναι το λιγότερο που με νοιάζει… Το χειρότερο είναι που για την άλλη πλευρά εγώ είμαι η κακιά της υπόθεσης… και δεν περιμένω τίποτα πια… Καλά τόσο άσχημο χαρακτήρα έχω πια; Η μήπως είναι όλα μια δικαιολογία για να την κάνει ο άλλος με ελαφρά πηδηματάκια… Κάποτε κάποιος μου έδωσε μια συμβουλή να ξυπνήσω σε μια άλλη πραγματικότητα και να τον ξεχάσω… Αυτό θα κάνω, νομίζω είναι η πιο χρήσιμη συμβουλή που πήρα από αυτό το άτομο… Εδώ κρίνεται η αξιοπρέπεια μου, και πρέπει να σώσω ό,τι απέμεινε από αυτή. Ειδικά αν ο άλλος θα χαρεί αν βγω από τη ζωή του… Ίσως δεν ξέρω πώς πρέπει να νοιάζομαι. Ίσως αυτός δεν μπόρει να χειριστεί τα αισθήματα του. Α! ναι! Το ξέχασα. Δεν τρέφει αισθήματα για μένα… Ας μην τα πολυλογώ γιατί δεν νιώθω καλά… Πάντως, τελείωσε… Για τα καλά αυτή τη φορά…

Δεν είμαι εδώ για κανένα πια… είμαι εδώ αλλά λείπω… δεν περιμένει άλλο τίποτα η καρδιά…

p.s. Αγάπη μου τα κάναμε μαντάρα! (κι ας ξέρω πως δεν διαβάζει το blog...)

02 May, 2007

Πυραμίδα ιεράρχησης

Με τι ευχαριστιέται ο άνθρωπος; Ένα ερώτημα τόσο απλό, και όμως σχεδόν ακατόρθωτο να βρει κανείς μια ικανοποιητική απάντηση. Ο λόγος; Οι άνθρωποι είναι όντα, με ιδιαιτερότητες. Τι εννοώ με αυτό; Υπάρχουν δεκάδες συνδυασμοί ανθρώπων. Όπως συχνά λέω, έχουμε σύνολα ομάδων και ανάμεσα στα σύνολα αυτά υπάρχουν υποσύνολα ή όμοια σχήματα. Αυτό μεταφράζεται πως ενώ από τη μια οι διάφορες ομάδες θέλουν διαφορετικά πράγματα, από την άλλη ακόμα και με τα άτομα της ίδιας ομάδας, ενώ στην πλεοψηφία πάνω-κάτω έχεις τις ίδιες κοσμοθεωρίες μαζί τους, εντούτοις υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και επιθυμίες, που στην τελική αυτή η διαφορά διαφοροποιεί τα θέλω και τις επιθυμίες σου, έστω και κατ΄ ελάχιστο.

Αναμφίβολα, υπάρχει το προτέρημα ότι τα βρίσκεις πολύ περισσότερο με άτομα της δικής σου ομάδας, παρά με σύνολα διαφορετικών κατηγοριών. Το να καθίσω να επεξηγήσω τις λαχτάρες και τα συστατικά στοιχεία που διέπουν την κάθε ομάδα ξεχωριστά, θα ήταν και χρονοβόρο και βαρετό (τουλάχιστον για μένα). Λόγω των προαναφερθέντων λόγων θα συγκεντρωθώ στη δική μου ομάδα, που λίγο ή πολύ τη γνωρίζω κάπως καλύτερα.

Προσωπικά, είμαι τύπος που ευχαριστιέται με τα μικρά-μεγάλα. Εννοώ δεν έχω κολλήματα με πολυτέλειες και όλα τα συναφή, ένα κόσμημα δεν θα μου προσφέρει χαρά, ούτε μια γούνα, ή ένα ακριβό αυτοκίνητο. Από την άλλη, βέβαια, δραστηριότητες του τύπου εξορμήσεις στη φύση, ταξίδια, συναυλίες, cinema, εκθέσεις, γεύματα σε εστιατόρια κτλ μου προσφέρουν μεγάλη ευχαρίστηση. Τέτοιου είδους δραστηριότητες, ωστόσο, πάλι κοστίζουν, επομένως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πρέπει να εξασφαλίζεις λίγο παραπάνω παραδάκι από αυτό που χρειάζεσαι για τα προς το ζην. Δυστυχώς, όμως, αυτό έχει τον αντίκτυπό του. Εννοώντας πως αν εξαιρέσουμε τις πιθανότητες να είσαι απίστευτα τυχερός, με την απίστευτη δουλειά και τον απίστευτο μισθό, καταναλώνεσαι σε ανούσιες δουλειές ή στην καλύτερη των περιπτώσεων σε δουλειά αρεστή για την πάρτη σου, αλλά με πενιχρό μισθό. Επομένως, στην τελική έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα όχι λεφτά για πέταμα. Επειδή, όμως, άτομα του τύπου μου, δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτές τις απολαύσεις παίρνουν δραστικά μέτρα: είτε μειώνουν όλα τα υπόλοιπα έξοδα που θεωρούν αχρείαστα (σε αντίθεση με τον υπόλοιπο πληθυσμό π.χ. ρούχα, ακριβά αυτοκίνητα, παπούτσια, τσάντες κτλ), είτε βρίσκουν δεύτερη δουλειά, στραβοκαταπίνοντας.

Εγώ επέλεξα το δεύτερο. Πλασμένη, εντούτοις, με την ιδιαιτερότητα αυτή - να δίνω τροφή στο πνεύμα μου και να εμπλουτίζω τις όποιες εμπειρίες μου – η απασχόληση τόσων ωρών με δραστηριότητες μη δημιουργικές, όπως εγώ αντιλαμβάνομαι τον όρο αυτό, αποτελεί το λιγότερο για μένα φυλακή με χρυσά κάγκελα. Είναι σκλαβιά σε ένα φαύλο κύκλο, όπου δουλεύεις για να περνάς καλά όταν δεν δουλεύεις, και επειδή ακριβώς δουλεύεις τόσο πολύ, δεν έχεις χρόνο για να περνάς καλά. Πού το πάω με τόση γλωσσοδιάρροια; Έχω αποφασίσει να δώσω παραίτηση στη μία δουλειά (ως γνωστόν κάνω δύο δουλειές), διότι πολύ απλά κουράστηκα να στερώ από τον εαυτό μου την απόλαυση της βαρεμάρας, της απραγίας και της απάθειας, τουλάχιστον στον ελεύθερο μου χρόνο (εννοείται πως στη δουλειά είμαι επαγγελματίας και οι όποιες προσωπικές πεποιθήσεις μένουν εντός εαυτού). Το τίμημα της απόφασης αυτής είναι οικονομικό κόστος και βάρος, αν θα τα καταφέρω δηλαδή να ζω με τους ρυθμούς που ζούσα μέχρι τώρα. Βέβαια, όλα είναι θέμα θέλησης και προτεραιοτήτων. Θα κάνω μία ανακατανομή στην πυραμίδα ιεράρχησης των επιθυμιών μου και ελπίζω να τα βολέψω.

Ασφαλώς, αν είμαι τόσο γκαντέμω που απολυθώ από την πρωινή μου δουλειά -υπάρχει πάντα και αυτή η πιθανότητα διότι ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει η ζωή και τι ξημερώνει αύριο - και βρεθώ ξαφνικά με άπλετο χρόνο και καθόλου οικονομική στήριξη υπόσχομαι πως δεν θα ζητήσω δανεικά, αλλά δεν μπορώ να υποσχεθώ πως δεν θα σας τρελάνω στην γκρίνια για την κατιούσα που πήρε η ζωή μου! Ας ελπίζουμε για τα καλύτερα και όχι τα χειρότερα, μην το γρουσουζέψουμε κιόλας. Αναμένατε στο ακουστικό σας για περαιτέρω εξελίξεις στο μέτωπο και η νεκροψία θα δείξει.

Με αυτά και με αυτά ο συλλογισμός μας – αλληλούια – έφτασε στο τέλος.

Τα φιλιά μου